Κρίση… ποια κρίση; Ή μάλλον ποιανού κρίση…

Στη ζωή, μας έμαθαν από μικρές να είμαστε σωστές…
Σωστές κόρες, μαθήτριες, γκόμενες, φοιτήτριες, εργάτριες, φίλες, σύζυγοι, μάνες, συντρόφισσες, κ.ο.κ.
Το χάρτη της πρέπουσας, κατά τις άνω περιστάσεις, συμπεριφοράς μας τον χάραζε και τον χαράζει καθημερινά στα σώματα και το μυαλό μας, κάποιο φυσικό ή μη πρόσωπο (συστήνεται και ως πατριαρχία) που θα ορίσει το πόσο λάθος είμαστε κάθε φορά.
Με έναν τρόπο, μας έχουν μάθει, δηλαδή, να ζούμε σε μια μόνιμη κατάσταση κρίσης και φόβου αυτής της κρίσης,
δίπλα και κάτω από βλέμματα και επιβολές που μας μετράνε, μας κόβουν και μας ράβουν στα μέτρα τους και επ’ ουδενί στα δικά μας. Ο υποβολέας μας, βρίσκεται πάντα εκεί και (στην καλύτερη περίπτωση) ψιθυρίζει τα λόγια των κοινωνικά κατασκευασμένων ρόλων μας, για την πλήρωση των οποίων ποτέ δεν είμαστε αρκετές.

Δημιουργείται έτσι μια θολή γραμμή, στην οποία πρέπει να ακροβατούμε χωρίς να προκαλούμε…
– γοητευτική αλλά όχι και πόρνη, προσεγγίσιμη αλλά όχι εύκολη, θεματοφύλακας της οικογένειας αλλά όχι παραμερισμένη, εργαζόμενη αλλά όχι και πολύ επιτυχημένη (πώς θα νιώσει ο άνδρας σου αν βγάζεις περισσότερα χρήματα από εκείνον; // «Λες και δε ξέρουμε άραγε πώς κατάφερε αυτή και πήρε τη θέση»), λεπτή αλλά όχι νευρωτική με τη διατροφή, με όνειρο το γάμο αλλά να μη θέλει να μας τυλίξει, καλλιεργημένη, με μυαλό, αλλά πάντα να ξέρει τη θέση της… – Για να βρεθούμε από τη μία πλευρά της γραμμής στην άλλη, αρκεί συνήθως ένα βλέμμα, για να μπούμε στη θέση μας μια κουβέντα, υπόδικες σταθερά στην κρίση ενός άντρα και των πατριαρχικών επιβολών που αναπαράγει και διαιωνίζει.

Αποτελεσματικό σαν ιδιώνυμο …
…ασφυκτικό σαν φυλακή.

Όσο, λοιπόν, μένουμε «υπάκουες» και για όσο υπομένουμε βλέμματα, κουβέντες, στριμώγματα, κακοποίηση, βια-
σμούς, είμαστε σχετικά ανεκτές για την πλειοψηφία του κοινωνικού συνόλου και των διδαχών του. Όσες όμως από εμάς αμφισβητήσουν την ανδρική επιβολή, αντιδράσουν στη βία που υπόκεινται σε καθημερινή και μη συχνότητα, υπερασπιστούν τις εαυτές τους ή άλλες δίπλα τους, η κοινωνία επιφυλάσσει μία ευρεία γκάμα μηχανισμών συμμόρφωσης. Καχυποψία, αμφισβήτηση, συγκάλυψη, διαπόμπευση, περιθωριοποίηση, εγκλεισμός…

Στενό κελί και να σε κόβει στις μασχάλες…

Ένα μεγάλο ποσοστό γυναικών που βρίσκονται στις φυλακές μοιράζονται κάποια κοινά γνωρίσματα. Μέσα σ’ αυτά θα μπορούσαμε να συμπεριλάβουμε τα βιώματα τους ως γυναίκες, πολύ συχνά την τάξη τους, το χαρακτήρα των πράξεων για τις οποίες η αστική δικαιοσύνη τις έχει οδηγήσει εκεί, αλλά και την ίδια την αυστηρότητα της τελευταίας, που εκτονώνεται σε ακραίο βαθμό στις επιβαλλόμενες σε αυτές ποινές, λόγω του ίδιου του φύλου τους. Παρόλη την αποστροφή μας για την αστική δικαιοσύνη σε όλο της το φάσμα και μακριά από αναζητήσεις του «ανθρώπινου προσώπου» της, δεν παραβλέπουμε πως τα χρόνια για μία πράξη τελεσθείσα από γυναίκα πολλαπλασιάζονται, τα ελαφρυντικά εξαφανίζονται, το φρύδι της έδρας σηκώνεται ακόμη πιο επικριτικά από εκεί ψηλά…

Έτσι, οι γυναίκες που οδηγούνται στα εδώλια αντιμετωπίζουν ένα διπλό στίγμα, τόσο του «παρανόμου» που αξίζει την τιμωρία, από το ίδιο, βέβαια, σύστημα που τον γεννά, όσο και της γυναίκας που «έχει υπερβεί τη φύση της» και δεν ενσαρκώνει – όπως της λένε ότι οφείλει αιώνες τώρα – την αγάπη, την ησυχία, την υποταγή – αλλά τολμά να μεταχειρίζεται τη βία, την ανυπακοή ή την αντίσταση. Λέξεις που αποκτούν απολύτως φυσικοποιημένο νόημα για το κοινωνικό κατεστημένο, όταν εκπορεύονται από ένα ανδρικό χέρι στα γυναικεία – και όχι μόνο – σώματα.

Και φυσικά, απ’ τις ζωές αυτών των γυναικών πολύ σπάνια λείπει το καθίκι.

Μπορεί να είναι κάλλιστα ο πατέρας, ο γκόμενος, ο ξάδερφος, ο σύζυγος, ο θείος, ο φίλος, ο δάσκαλος, το αφεντικό,
ο συνάδελφος… Το καθίκι, μεγαλωμένος και αυτός μέσα στα πλαίσια της πατριαρχικής καταπίεσης, αλλά ταγμένος από την άλλη πλευρά, την κυρίαρχη, την προνομιούχα. Παίρνει το ρολάκι και αναλαμβάνει να υπερασπιστεί τα προνόμια του, τα προνόμια του φύλου του. Απαιτεί, διεκδικεί με σθένος και παίρνει με κάθε κόστος (άλλωστε μήπως ρίχνει και κανείς ποτέ το κόστος στον ίδιο;) ό,τι έχει διδαχτεί πως του ανήκει.
Σ’ αυτά τα παλικάρια, η αστική δικαιοσύνη, με πολλά παραδείγματα τον τελευταίο καιρό, κλείνει το μάτι, τους χτυπάει τη πλάτη (ακόμα και στην κάσα).

Η Π.1 , η Τ.2 και πολλές ακόμη, αποτελούν κάποια από τα παραδείγματα γυναικών που αμύνθηκαν για το αυτονόητο και έχουν φτάσει στις αίθουσες των δικαστηρίων για να πάρουν το μάθημα τους, να μπούνε στη θέση τους, να πάψουμε όλες να νομίζουμε πως τα σώματα και οι ζωές μας ανήκουν σε μας.

Αρνούμενη να αναγνωρίσει το δικαίωμα στην αυτοάμυνα, η αστική δικαιοσύνη εξοπλίζει τους δράστες πάσης φύσεως έμφυλης βίας με επιπλέον προνόμια. Φυσικά, στο έργο αυτό δεν είναι μόνη. Σε ακολουθία με το λόγο των ΜΜΕ, της αγίας ελληνικής οικογένειας, του κάθε φερέφωνου της πατριαρχίας, αντανακλά και αναπαράγει τις κοινωνικές νόρμες που βιώνουμε καθημερινά, μέσα κι έξω από τα σπίτια μας, έχοντας συνεργούς την ανοχή και τη σιωπή. Δε μπορούμε, λοιπόν, παρά να στεκόμαστε δίπλα σε κάθε μία που αντιστέκεται, σε όλες όσες αμύνθηκαν, μίλησαν, προστάτευσαν τις εαυτές τους ή άλλες, αλλά και σε όσες δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα. Προσπαθούμε να οικοδομήσουμε το χώρο και τις σχέσεις ώστε καμία να μη νιώθει μόνη απέναντι σε μία βία που είναι γνώριμη σε όλες μας και καμία επίθεση να μη μένει αναπάντητη. Όταν αντιμετωπίζουμε καθημερινά τη σεξιστική βία, η αυτοάμυνα είναι συνώνυμο της επιβίωσης.

Η αστική δικαιοσύνη μας αναγκάζει σε θέσεις μάχης:
ένα.καθίκι.λιγότερο.ενα.καθίκι.λιγότερο.ενα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.ένα.καθίκι.λιγότερο.

 


Ποιος είναι αρμόδιος να κρίνει πότε και πόσο κινδυνεύουμε;
1. Η Π., προσπαθώντας να αμυνθεί στην επίθεση σεξουαλικοποιημένης βίας που δέχτηκε η ίδια και η ανήλικη φίλη της σε δρόμο της Κορίνθου, τραυμάτισε τον 45χρονο δράστη, με αποτέλεσμα να τον σκοτώσει. Καταδικάστηκε σε 15 έτη κάθειρξη, χωρίς να αναγνωριστεί πως βρισκόταν σε αυτοάμυνα. Το δικαστήριο έκρινε πως η Π. βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και είχε ανθρωποκτόνο δόλο ενώ δεχόταν την επίθεση, αδιαφορώντας πλήρως για το περιβάλλον κακοποίησης στο οποίο μεγάλωσε, εξαιτίας του οποίου έφυγε από το σπίτι της. Έκρινε πως η Π., λόγω της τάξης στην οποία ανήκει “δεν μπορεί να αντιληφθεί την αξία της ανθρώπινης ζωής όπως εμείς που είμαστε άλλου μορφωτικού επιπέδου”, ότι ο ευυπόληπτος πολίτης που «έτυχε» να τις επιτεθεί «πρέπει να παραδοθεί λευκός χωρίς το στίγμα που του αποδίδει η κατηγορούμενη» και μεταχειρίστηκε ερωτήσεις όπως «Γιατί δεν χτυπήσατε ποτέ τον πατέρα σας που σας κακοποιούσε;».
2. Η Τ., έντρομη, μαχαίρωσε το σύντροφό της στην προσπάθεια να αποφύγει μία ακόμη επίθεση του και έπειτα κάλεσε απευθείας βοήθεια. Εκείνος πέθανε μέρες μετά στο νοσοκομείο. Στη δίκη αυτή, μας μάθανε πως η Τ. είναι κακή μητέρα, διότι ήρθε στην ελλάδα να εργαστεί για να στέλνει χρήματα στο παιδί της, αντί να μείνει μαζί του στη χώρα της, πως δε μπορεί να της αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου καθώς «Το γεγονός ότι ζει μακριά από το παιδί της εκατοντάδες χιλιόμετρα καταδεικνύει ότι ο βίος της δεν ήταν αυτός που έπρεπε» και ότι «Με μόλις πέντε μήνες κακοποίησης δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για χρόνια κακοποίηση». Ποινή για την υπεράσπιση του αυτονόητου 10 έτη και 4 μήνες.