κατάληψη στέγης ΣΜΠΑΡΑΚΟΥΑΚ ΦΡΑΠ!

 

 

Σήμερα, Τετάρτη 17/07/2019, προχωρήσαμε σε κατάληψη εγκαταλελειμμένου σπιτιού επί της οδού Παλαμίδου. Το σπίτι αυτό ήταν στην ουσία κοινωνικά νεκρό και παντελώς άχρηστο στη γειτονιά και τους ανθρώπους της. Ρήμαζε άδειο και ακατοίκητο…

Δεν είναι το μόνο όμως. Με μια βόλτα στα σοκάκια της Άνω Πόλης, ερχόμαστε αντιμέτωπες με την εικόνα των εκατοντάδων εγκαταλελειμμένων σπιτιών. Άλλων σφραγισμένων κι άλλων διάτρητων, να τα ρημάζει από έξω προς τα μέσα η υγρασία και η εγκατάλειψη. Στέγες, σοβάδες, τοίχοι και παράθυρα έρμαια στην βαρύτητα και τον χρόνο, πέφτουν, σαπίζουν και πλέον μοιάζουν άχρηστα. Ντουβάρια, δηλαδή, που χτίστηκαν με σκοπό να κατοικούνται, να στεγάζουν επιθυμίες και ανάγκες των ανθρώπων τους, είναι πλέον σε αποσύνθεση και στα συντρίμμια τους μπορούμε να βρούμε τις δομικές θλιβερές αντιφάσεις της έννοιας της ιδιοκτησίας και κατ’ επέκταση του ίδιου του καπιταλισμού.

Η πόλη αλλάζει. Αλλά για ποιους; Αλλάζει για τους επενδυτές, τους τοπικούς αρχοντίσκους, τους τουρίστες, τα αφεντικά… Τα νοίκια διογκώνονται όσο τα σπίτια μικραίνουν, ενώ οι κάτοικοι ολόκληρων περιοχών εκτοπίζονται στο όνομα της ανάπτυξης και του εξευγενισμού. Οι εξώσεις πληθαίνουν, ενώ οι σχέσεις συρρικνώνονται κι όλα αυτά ενώ η πόλη μετατρέπεται σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο και οι γείτονες/ισσες μας πλέον αντικαθίστανται από τουρίστες. Κάποιοι, όμως, δεν έχουν διάθεση ούτε να εκτοπιστούν, ούτε να παρακολουθήσουν σιωπηλά την πόλη να αλλάζει σύμφωνα με τα συμφέροντα όσων έχουν τα λεφτά. Δημιουργούμε άλλη μία κατάληψη, λοιπόν, ως μία ακόμη στιγμή του αγώνα για δημιουργία γειτονιων αλληλεγγύης και κοινοτήτων που θα έρθουν σε ρήξη με τον επελαύνοντα κοινωνικό κανιβαλισμό της εποχής.

Η πρακτική της κατάληψης είναι χρόνια επιλογή του κόσμου του αγώνα – και όχι μόνο. Είτε στην αμιγώς στεγαστική είτε στην αμιγώς πολιτική είτε στη συνδυαστική μορφή αυτών των δύο, είναι μία σημαντική κουκίδα στο πολύμορφο ψηφιδωτό των κοινωνικών αγώνων. Μια πράξη που διαταράσσει τη ζοφερή κανονικότητα, στέκεται ανάχωμα στην εμπορευματοποίηση κάθε πτυχής της καθημερινότητάς μας, ενώ παράλληλα δημιουργεί απελευθερωτικές σχέσεις που αμφισβητούν τα αυτονόητα αυτού του κόσμου. Το σπίτι στην οδό Παλαμίδου καταλαμβάνεται, όχι υπό το πρίσμα μιας ιδιοκτησιακής λογικής, αλλά για να χρησιμοποιηθεί έτσι ώστε να καλυφθεί η ανάγκη της στέγασης. Το διαρκές στοίχημα του καπιταλισμού είναι να μετατρέπει όλες μας τις ανάγκες/επιθυμίες σε εμπορεύματα. Έτσι, η κάλυψη τους προϋποθέτει λεφτά, άρα και εργασία. Όμως, ο βασικός μισθός και οι ατέλειωτες ώρες δουλειάς δεν μπορούν να καλύψουν ούτε τα βασικά (νοίκια, λογαριασμούς, φαγητό κλπ) τοποθετώντας μας στο σημείο που οι επιθυμίες και οι ανάγκες μας περιορίζονται στο στενό, ασφυκτικό πλαίσιο μιας ανιαρής επιβίωσης. Γι’ αυτό η πρακτική της κατάληψης είναι μία ανοιχτή πρόταση που, ενώ ξεκινά από το έδαφος της, εκτείνεται και διεκδικεί όλο τον κλεμμένο από την εξουσία χωροχρόνο της καθημερινής μας ζωής. Και ως τέτοια θα την υπερασπιστούμε.

Δε θα ζούμε για να δουλεύουμε. Δε θα δουλεύουμε για να βγαίνουμε τσίμα-τσίμα. Δε θα βγαίνουμε τσίμα-τσίμα για να λέμε πως ζούμε «καλούτσικα». Στεκόμαστε ο ένας δίπλα στην άλλη, διεκδικώντας ανάσες μέσα σε ένα μητροπολιτικό πεδίο ανεξάντλητων αντιθέσεων, αντιφάσεων και μικρών καθημερινών αγώνων. Σε μία χρονική στιγμή που το δόγμα του νόμου και της τάξης θέλει να μας συνθλίψει, η ιδέα της καθημερινής σύγκρουσης μαζί του μοιάζει γοητευτική. Γιατί το μόνο που έχουμε να χάσουμε είναι η προοπτική μιας θλιβερής ζωής.

η υγρασία αυτής της πόλης περνάει από τους τοίχους 
στα κόκκαλα και από εκεί κατευθείαν στις ζωές μας
ΝΑ ΜΗΝ ΣΑΠΙΣΟΥΜΕ ΟΥΤΕ ΕΜΕΙΣ, ΟΥΤΕ ΟΙ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΜΑΣ

 

κατάληψη στέγης σμπαρακουάκ φραπ!

Παρέμβαση ενάντια στις αγέλες της κανονικότητας

 

Το μεσημέρι της Πέμπτης 4 Ιούλη, ένας άντρας τραμπουκίζει και χτυπάει μία γυναίκα κοντά στην πλατεία Καλλιθέας. Ο άντρας αυτός είναι ο παπάς της εκκλησίας του αγίου Νικόλα ορφανού, εκκλησίας δίπλα στην πλατεία, σε μία έκφραση της δικής του, και όχι μόνο, αγαπάτε αλλήλους εκδοχής. Η επίθεσή του σταματάει όταν γείτονες πλησιάζουν και τον διώχνουν.

Δεν υπάρχει λόγος να ανφερθούμε στην ούτως ή άλλως γελοία αφορμή που χρησιμοποίησε. Αρκεί να σταθούμε στην επιβολή του με βάση τους κυρίαρχους έμφυλους και ταξικούς διαχωρισμούς σε ένα άλλο άτομο και τις φωνές του τύπου «να πάτε πίσω στις χώρες σας», για να δούμε την αιτία της επίθεσής του. Ότι δηλαδή ο παπάς είναι ένας τραμπούκος ρατσιστής. Το γεγονός ότι η γυναίκα δεν ήταν εντέλει μετανάστρια, όπως ο ίδιος νόμιζε, δεν έχει σημασία. Άλλωστε θα ήταν πιο «δίκαιο» αν όντως ήταν μετανάστρια; Ή αν ήταν Ρομά, ουσιοεξαρτημένη, φρικιό, άστεγη ή γκέι;

Έχει σημασία ότι υπάρχουν κατηγορίες ανθρώπων που θεωρούνται κατώτεροι και επικίνδυνες σε μία συνεχή διαδιακασία απανθρωποποίησής τους, ώστε τελικά η όποια βία ασκείται πάνω τους να μην αποτελεί θέμα, να μπορεί να είναι δικαιολογημένη και αναμενόμενη. Διαδικασία στην οποία από κοινού συμμετέχουν κρατικές πολιτικές, μίντια, φιλήσυχοι αγανακτισμένοι πολίτες, ρασοφόροι εκδικητές. Όσο όμως μόνο και μόνο η παρουσία κάποιων από εμάς αρκεί για να ενεργοποιήσει αντιδραστικά αντανακλαστικά, η άρνησή μας να μάθει η καθεμιά τη θέση της σ’ αυτήν την κοινωνία, θα σταθεί εμπόδιο στον οποιοδήποτε τολμήσει να σηκώσει έτσι εύκολα ξανά το χέρι του, είτε μέρα μεσημέρι, είτε βαθιά μεσάνυχτα.

Από τη μεριά μας, θα οικοδομούμε κοινότητες αγώνα και γειτονιές αλληλεγγύης απέναντι στις κοινότητες των κανιβάλων και τις σχέσεις συμφερόντων τους.

Τελικά, μένει να επιλέξουμε τι θα περιφρουρήσουμε, την ανθρωπιά μας ή τις κανονικότητες αυτού του κόσμου.

 

κείμενο εδώ: papakallitheasscolore

Γειτόνοι

Front Populaire 1936: Γαλλικό ντοκιμαντέρ για την άνοδο και την πτώση της αριστεράς στην εξουσία.

η Κύπρος, το εθνικό και ο εθνικισμός. -μία ελευθεριακή ανάλυση-

“Να ζεις σε ενδιαφέρουσα εποχή”
Αυτή η κινέζικη κατάρα φαίνεται να στοιχειώνει το τοπίο των μέχρι πρόσφατα καταθλιπτικών νεκροπόλεων-μητροπόλεων. Νέες περιφράξεις, νέοι αποκλεισμοί, κόσμος που πετιέται με πάταγο έξω από τις ιδιωτικοποιημένες καταθλιπτικές καθημερινότητες του, και από κοντά, μετά από μια σύντομη κοινωνική άνοιξη, ένας ατέλειωτος κοινωνικός χειμώνας.

Οι εθνικές συμμορίες, ένστολες και με πολιτικά, ξαμολυμένες στις πλατείες να κυνηγάνε τα “μιάσματα” όλων των τύπων. Οι αποστάτες των κανονικοτήτων, έμφυλων, φυλετικών, ταξικών στο στόχαστρο του μίσους.
Τα γαλανόλευκα σάβανα ανεμίζουν ξανά προσπαθώντας να υποτάξουν το βλέμμα. Ελληνισμός, Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια σε αριστερές και δεξιές εκδοχές, ταγματασφαλήτες πρώτη γραμμή -κορδόνι με Εαμογενείς εθνο-κομμουνιστές, η κυβερνώσα αριστερά των δικαιωμάτων σε παθιασμένα γλωσσόφιλα με τους κυνηγούς ομοφυλοφίλων, σπινθήρες από το φλεγόμενο Κάμπελ, και τότε μαζί εμπρηστέςφασίστες και Βενιζελικοί, να δίνουν τις φλόγες που πυρπολούν την Libertatia.
Με τον από Βορρά κίνδυνο, παραδοσιακή μορφή του δεξιού εθνικισμού, να συναγωνίζεται τον αντιτουρκισμό, τον αδιαφιλονίκητο εθνικισμό όλων των Ελλήνων, τα συλλαλητήρια να διαδέχονται τις γεωτρήσεις, τα πράματα γίνονται ολοένα και πιο απειλητικά.
Την ίδια στιγμή, οι εξεγερμένοι της Αραβικής άνοιξης λιώνονται στις γεωπολιτικές μυλόπετρες, με τον αντιιμπεριαλισμό της αριστεράς να σιωπά πιο ηχηρά και από χειροκρότημα, ενώ στο διεθνές σκηνικό νέες μορφές εθνικών διεκδικήσεων κερδίζουν την συμπαράσταση μεγάλου κομματιού του αγωνιζόμενου κόσμου.
Νομίζουμε πως σταθήκαμε, σαν ανοιχτή συνέλευση αγώνα άνω πόλης, με συνέπεια απέναντι σε όψεις των βίαιων αλλαγών αυτού του γοργά μεταβαλλόμενου χάους. Στους αγώνες των ντόπιων και των μεταναστών απέναντι σε περιφράξεις, παλιές και νέες, στις αρνήσεις της έμφυλης κυριαρχίας, στους αγώνες ενάντια σε αριστερούς, δεξιούς και αριστεροδέξιους εθνικισμούς, υπερασπιστήκαμε τους τόπους μας εμπράγματους και άϋλους, διανοητικά και ενσώματα.
Ο ίλιγγος ωστόσο μπροστά στην ταχύτητα και την έκταση των εξουσιαστικών διαλύσεων και ανασυγκροτήσεων μας έβαλε σε μια διαδικασία αναζήτησης μπούσουλα. Στην κουβέντα που ανοίξαμε για αυτό το λόγο, μοιράσαμε μεταξύ μας και μοιραστήκαμε διάφορα κείμενα.Από αυτά, κάναμε την επιλογή, για μια σειρά λόγων, να επανεκδώσουμε την μπροσούρα:
“Η Κύπρος, το εθνικό και ο εθνικισμός. Μια ελευθεριακή ανάλυση”, που είχε εκδοθεί στα 1984 στην Αθήνα.
Οι λόγοι λοιπόν πολλοί:
Οι αφετηρίες του συγγραφέα, ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει το θέμα ως κομμάτι μιας ελευθεριακής ανάλυσης, που βάζει σαν κύριες κοινωνικές αντιφάσεις την ταξική δόμηση, την πατριαρχία και το κράτος, η εναντίωση του στο μοντέλο των “απαραίτητων” ιστορικών σταδίων, στο ότι η ήττα ή η αφομοίωση της κοινωνικής σύγκρουσης σε διάφορες ιστορικές περιόδους δεν είναι αναπόφευκτη, η θέση ότι πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες και να ασκηθεί κριτική και σε αυτόν τον “καημένο” “καθώς πρέπει” Κύπριο (Έλληνα για μας) νοικοκυραίο, μας έκαναν να αισθανθούμε ότι η ανάλυση είναι ιδιαίτερα κοντινή μας.
Η διαδικασία παραγωγής του κειμένου εξάλλου, μέσα από κινηματικό διάλογο και διαδικασίες, καθώς και η κριτική του στον ελληνοχριστιανικό και τον αριστερό εθνικισμό κάνουν τη συζήτηση που αναπτύσσεται στο κείμενο ιδιαίτερα εμπλουτιστική.
Εξάλλου, η κριτική θεώρηση του εθνικισμού ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδομείται και ενισχύεται η πατριαρχία και η ταξική καταπίεση, αναδιοργανώνεται, συγκεντροποιείται, ορθολογικοποιείται το μοντέρνο κράτος ομογενοποιώντας με συχνά βίαιο τρόπο τις τοπικές κοινοτικές κουλτούρες, βοηθάει στο να αντιληφθούμε σημαντικές διαστάσεις του φαινομένου.
Τέλος, η κριτική θεώρηση της νεοκυπριακής συνείδησης ως εξίσου πατριαρχικής, εκμεταλλευτικής, ισοπεδωτικής, κρατικιστικής με την ελληνοκυπριακή, βάζει με ένα πρώιμο για την εποχή (‘84) τρόπο μια κριτική στους νέους, τόσο πολλά απελευθερωτικά υποσχόμενα για την τότε αριστερά, εθνικισμούς.
Κλείνοντας, κοπιάροντας το συγγραφέα να ξαναθυμίσουμε: Το κείμενο δεν προσφέρεται σαν θέσεις ή τελειωτικά συμπεράσματα κανενός ομάδας ή ατόμου. Αυτό είναι ψάξιμο, δεν είναι ούτε ιστορικό εγχειρίδιο ούτε στατικές πολιτικές θέσεις. Η μόνη χρήσιμη πολιτική λειτουργία που μπορεί να έχει αυτό το κείμενο, είναι να ξεπερασθεί.

το μπροσουράκι σε μορφή pdf εδώ: tsipros

περί έθνους, πατρίδας και άλλων δαιμονίων

 

Μας είπαν…

…εµείς καταγόµαστε από τους αρχαίους έλληνες, εκπολιτιστές και φωτοδότες, έθνος της επιστήµης και της αλήθειας.

Μας είπαν για µια µεγάλη ελλάδα σχεδόν στο κέντρο του κόσµου, περικυκλωµένη από απολίτιστους Άλλους, ιµπεριαλιστές και µεγάλες δυνάµεις, αλλά και για τη συνέχεια της ελληνικότητας.

Μας είπαν λαό ειρηνικό και ποτέ φιλοπόλεµο. Αλλά αν χρειαστεί, απελευθερωτή προγονικών εδαφών, από την Κύπρο, τη µικρά Ασία, ως την Αυλώνα, µε τη διχόνοια το µόνο µας εχθρό, που τρέφεται από άθεους, τρανς, αναρχικές, οµοφυλόφιλες, εξαρτηµένους και άλλους τόσους, που αρνούνται τη γαλανόλευκη στολή και τις παρελάσεις, που ακυρώνουν τους προγόνους και την ενότητα µας.

Μας είπαν καλοπληρωµένοι γραφιάδες, δάσκαλοι, παπάδες και καθοδηγητές, µε λόγους, εµβατήρια και µοιρολόγια, ταινίες, µουσεία και παρελάσεις, ιστορίες θρυλικών ηρώων, σε µια Διήγηση που στάζει αίµα και µυρίζει συµφέρον, τη γλυκερή µυρωδιά των σφαγείων. Χρήµα, Βαρβατίλα και Εξουσία.

Μας είπαν οι κοινότητες των Άλλων είναι υποδεέστερες, πρέπει να ελληνέψουν.

Δε µας είπαν…

…όµως, πως για να βγει η µεγάλη τους ιδέα, πάντρεψαν υπό την ταµπέλα «ελληνισµός» τις ιστορίες τόσων λαών και διαφορετικών ανθρώπων – συχνά αντιτιθέµενων – που έζησαν κάποτε εδώ γύρω. Πως βάφτισαν ήρωες τους σφαγείς και από ποιανού τα κόκκαλα είναι βγαλµένη η «λευτεριά».

Δε µας είπαν πως οι αλυτρωτισµοί έχουν άλλη γλύκα και άλλοθι όταν είναι ελληνικοί.

Δε µας είπαν τι έκανε ο ελληνικός στρατός το ‘12 στα Τουρκοχώρια της Μακεδονίας και στο βουλγαρικό Κιλκίς, στην Κοφίνου το ’67 και στη Λευκωσία το ’74.

Δεν µας είπαν πως έθαψαν τα εβραϊκά νεκροταφεία κάτω από πανεπιστηµιακά κτίρια, γκρέµισαν µιναρέδες, µετέτρεψαν τζαµιά σε τσοντάδικα, βάφτισαν δρόµους µε ονόµατα στρατολάγνων δολοφόνων και πως της Σελανίκ εντέχνως κρύβουν το πολύγλωσσο, πολυκοινοτικό της παρελθόν.

Δε µας είπαν πως για να πατήσει στα πόδια του αυτό το έθνος των τυχοδιωκτών από τη γέννηση του ξανάγραψε την ιστορία, επιβάλλοντας σε µία γη χιλιοπερπατηµένη µία γλώσσα – µία ιστορία – µία θρησκεία – έναν υποτιθέµενο προαιώνιο πολιτισµό, µε σφραγίδες ελληνικής προέλευσης και εγγύησης καθαρότητας.

Δε µας είπαν πως οι Μακεδόνες, οι Ροµά, οι Αλβανοί, οι Ρώσοι διδάσκονται σε µια γλώσσα ξένη, που δεν είναι η µητρική τους, στα σχολεία αυτού του κράτους, τη γλώσσα, την ιστορία και τον πολιτισµό που κάποιο «ελληνοπρεπές παιδαγωγικό Ινστιτούτο» έχει αποφασίσει ότι πρέπει να µάθουν για δικά τους.

Και δε σταµάτησαν ακόµη…

όλο το κείμενο σε μορφή pdf εδώ: ethniko