Η εισήγηση της πρωτοβουλίας ‘εκπαιδευτικοί ενάντια σε όλους τους διαχωρισμούς και την αξιολόγηση’ στην εκδήλωση “Νέο σχολείο – Αξιολογώντας τις αξιολογήσεις”

Η ομάδα “Εκπαιδευτικοί ενάντια σε όλους τους διαχωρισμούς και την αξιολόγηση” δημιουργήθηκε μέσα σε μια συγκυρία όξυνσης της δυστοπίας που βιώνουμε τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, όταν το τελευταίο επεισόδιο της κρατικής διαχείρισης της πανδημίας, ο άμεσα ή έμμεσα υποχρεωτικός εμβολιασμός και οι υγειονομικές πιστοποιήσεις, άρχισε να εξελίσσεται παράλληλα με την απόπειρα επιβολής της αξιολόγησης.

Δεν αποτελούμε πολιτική ομάδα με μείζονες πολιτικές συμφωνίες ούτε άλλωστε ο στόχος μας είναι αυτός. Προσπαθούμε ως εργαζόμενες, ως υποκείμενα αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση και την πειθάρχηση, να βρούμε το νήμα που συνδέει την αντίθεση στην αξιολόγηση, δηλαδή σε μια πάγια προσπάθεια του κράτους κατηγοριοποίησης και ανταγωνισμού μεταξύ σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών, με την αντίθεση στον έλεγχο και τις πολύ πρόσφατες διαιρέσεις που εισάγουν τα πιστοποιητικά υγειονομικών φρονημάτων.

Η νομοθέτηση του υποχρεωτικού εμβολιασμού για κάποιους εργαζόμενους, η έμμεση υποχρεωτικότητα για όλους τους άλλους και οι υγειονομικές πιστοποιήσεις για όλους και όλες ανεξαιρέτως δεν εμφανίστηκαν ως μεμονωμένα γεγονότα αλλά για μας αποτελούν το πιο πρόσφατο επεισόδιο της κρατικής διαχείρισης της πανδημίας.

Είχε προηγηθεί μια σειρά μέτρων επιβολής μιας κατάστασης «έκτακτης ανάγκης» από το κράτος με αφετηρία το lockdown, την απαγόρευση κυκλοφορίας και συναθροίσεων, τα πρόστιμα και τη σκληρή αστυνομική καταστολή, τον ιδεολογικό βομβαρδισμό γύρω από την παρουσίαση της πανδημίας ως ένα αυστηρά υγειονομικό γεγονός, την αναγόρευση των εγκεκριμένων από το κράτος «ειδικών» σε ελεγκτές της ζωής μας, το στρατηγικό αφήγημα της «ατομικής ευθύνης» για την εκβιαστική συναίνεση στη μείωση των δαπανών για την υγεία, στη μείωση των μισθών και στην αύξηση των απολύσεων, τη βίαιη εισαγωγή στην τηλεκπαίδευση και την τηλεργασία – μια σειρά μέτρων που από τον Μάρτη του 2020 συνάντησαν λίγες και σπασμωδικές αντιστάσεις.

Συγκεκριμένα η τηλεκπαίδευση την προηγούμενη χρονιά αποτέλεσε βασική προϋπόθεση του lockdown και κομβικό σημείο της κρατικής στρατηγικής στην αναδιοργάνωση της καθημερινότητας των δυνητικά απείθαρχων υποκειμένων ώστε να μην εκμεταλλευτούν προς όφελός τους το μπλοκάρισμα της (ανα)παραγωγικής διαδικασίας. Απομόνωσε μαθήτριες, δασκάλες, γονείς και εργαζόμενους στα σπίτια τους αλλάζοντας βίαια τη φύση της εκπαιδευτικής διαδικασίας και πύκνωσε τον εργάσιμο χρόνο μειώνοντας ταυτόχρονα τις δαπάνες σε σταθερό κεφάλαιο εις βάρος του άμεσου μισθού.

Τον Μάρτη του 2020 δεν υπήρξαν παρά ελάχιστες, μερικές, αντιστάσεις απέναντι στη μαζική συμμόρφωση με την τηλεκπαίδευση (και στις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης), η οποία προηγήθηκε μάλιστα της επιβολής της και οδήγησε στη νομιμοποίηση τον Μάιο του 2020 και την υποχρεωτικότητά της τον Σεπτέμβριο.

Τους λόγους που οδήγησαν σ’ αυτή τη μαζική εθελοντική συμμόρφωση και αποδοχή της τηλεκπαίδευσης στην περίοδο του πρώτου lockdown -και ενώ ήταν σαφώς παράνομη η επιβολή της- θα τους αναζητήσουμε σε ένα συνδυασμό πιέσεων από τους ανωτέρω στην ιεραρχία, µιντιακής τρομοκρατίας σχετικά με την πανδημία, έντονης ανασφάλειας των εκπαιδευτικών σε καθεστώς απομόνωσης και διάλυσης των συλλογικών οργάνων, καλλιέργειας ενοχικών συνδρόμων μέσω της προβολής ψευτο-επιχειρημάτων του τύπου «να µη χαθεί η επικοινωνία και επαφή εκπαιδευτικών–µαθητ(ρι)ών» και, τέλος, εμφάνισης φαινοµένων ατοµικισµού και συναδελφικής αδιαφορίας.

Σε τελευταία ανάλυση, η τηλεκπαίδευση αντιμετωπίστηκε από την πλειονότητα των εργαζόμενων, μαθητών και φοιτητών ως ένα ακόμα «αυτονόητο» με δεδομένη την «αυτονόητη» αποδοχή της κρατικής διαχείρισης της πανδημίας.

Στις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης οι κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών την άνοιξη του 2020 περιορίστηκαν επί της ουσίας στην εναντίωση στη λάιβ μετάδοση του μαθήματος κατά τη διάρκεια του δια ζώσης μαθήματος. Οι συνολικότερες αντιδράσεις στην τηλεκπαίδευση, που σε κάποιες περιπτώσεις πήραν και τη μορφή άρνησης διενέργειας σύγχρονης εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, λοιδωρήθηκαν και περιθωριοποιήθηκαν, με τον ρόλο των συνδικαλιστών στην περιθωριοποίηση αυτή να είναι κεντρικός, και σε κάποιες περιπτώσεις υπήρξαν πειθαρχικές διώξεις. Αναφερόμαστε στην στάση των αριστερών συνδικαλιστών (βασικά ΚΚΕ και Παρεμβασιών) που συμμορφώθηκαν άμεσα με τις οδηγίες του υπουργείου παροτρύνοντας τους εκπαιδευτικούς να χρησιμοποιήσουν «κάθε πρόσφορο μέσο» και να κάνουν εντατική και άμισθη αυτομόρφωση στη σύγχρονη πειθαρχική τεχνολογία «για το καλό των παιδιών» και συνέχισαν με την εκστρατεία συλλογής υπογραφών εκπαιδευτικών για την παροχή από το υπουργείο Παιδείας σε όλους τους εκπαιδευτικούς, μαθητές και γονείς δωρεάν σύνδεση γρήγορου internet και δωρεάν λάπτοπ και tablet. Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι ένας από τους λόγους ήττας του κινήματος των μαθητικών καταλήψεων πέρσι το φθινόπωρο ήταν και η επιβολή της τηλεκπαίδευσης και η απειλή της τηλεαπουσίας. Πολύ πρόσφατα μάλιστα, αλλά και πολύ καθυστερημένα, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έκρινε ότι υπάρχει σειρά σοβαρών παραβιάσεων του νόμου περί προσωπικών δεδομένων στη διαδικασία της τηλεκπαίδευσης βασικά σε ό,τι αφορά στη χρήση των μεταδεδομένων των χρηστών και στην εμπορία τους από την εταιρία CISCO.

Κι ερχόμαστε στο σήμερα και στο πιο πρόσφατο στάδιο της κρατικής διαχείρισης της πανδημίας που περιστρέφεται γύρω από τον εμβολιασμό. Αν και πλασαρίστηκε ως «πανάκεια» και «ελευθερία», αποδεικνύεται ότι είναι όλο και περισσότερο ένα φτηνό και αμφιλεγόμενο μέτρο, που δήθεν προστατεύει την υγεία μας ενώ μας αντιμετωπίζει σαν κρέας προς συντήρηση, απλά και μόνο σαν εργασιακή δύναμη, για να παραμείνουμε υποτίθεται υγιείς και αποδοτικοί μέσα στις ασφυκτικές αίθουσες διδασκαλίας.

Κάθε συζήτηση και αντιπαράθεση γύρω από τις αιτίες της πανδημίας, την ικανοποίηση των αναγκών μας, την αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας καθώς και τον έλεγχο από εμάς του ίδιου του περιεχομένου της, μέσα στις όλο και πιο ανθυγιεινές εργασιακές και κοινωνικές σχέσεις που ζούμε, είναι ουσιαστικά απαγορευμένη.

Ήδη δια νόμου η απείθεια των εργαζόμενων στο μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες υγειονομικοί να βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής εργασίας. Ταυτόχρονα, θεσπίστηκε η γενική υποχρέωση για όλους τους εργαζόμενους ιδιωτικού και δημόσιου τομέα να επιδεικνύουν στους εργοδότες τους το πιστοποιητικό εμβολιασμού εκβιάζοντας έτσι πολλούς, μέσα στο πλαίσιο της διαρκούς ενίσχυσης του διευθυντικού δικαιώματος, σε καταναγκαστικό εμβολιασμό και οδηγώντας άλλους σε απόλυση ή αναγκαστική παραίτηση. Ο εμβολιασμός γίνεται μοχλός για την άρση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και μέσο για την επιβολή ενός καθεστώτος πειθάρχησης, διακρίσεων και κατηγοριοποιήσεων μεταξύ ανεμβολίαστων και εμβολιασμένων ενώ το κράτος νομιμοποιείται να μας εκβιάζει σε καταναγκαστικές ιατρικές πράξεις, στο ρόλο ελεγκτή της ιατρικής κατάστασής μας.

Σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης ο έλεγχος και η επιτήρηση μαθητριών,  φοιτητριών, εκπαιδευτικών και εργαζόμενων συνολικά δεν έχει αφεθεί στην τύχη αλλά έχει πλέον αναβαθμιστεί με την ίδρυση της ψηφιακής πλατφόρμας edupass στην οποία δηλώνονται όλες οι υγειονομικές πιστοποιήσεις. Το ψηφιακό αυτό φακέλλωμα λειτουργεί ως Πανοπτικόν ώστε να εμποδίζει τυχόν πλημμελείς ελέγχους στις εισόδους των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και να μεταφέρει προσωπικά δεδομένα από διαφορετικούς φορείς σε μια ενιαία πλατφόρμα.

Με όχημα τον εμβολιασμό δεν εντείνονται απλά οι διαχωρισμοί και οι διαιρέσεις εντός της εργατικής τάξης και των εκπαιδευτικών ειδικότερα, αλλά εγκαινιάζονται νέες μορφές διακρίσεων: έτσι, οι «χαραμοφάηδες» ανεμβολίαστοι αποκλείονται από τη χρήση δημόσιων δομών υγείας για τη διενέργεια διαγνωστικών ελέγχων και δεν δικαιούνται πρόσβαση σε δωρεάν τεστ αλλά υποχρεώνονται να τα πληρώνουν – δωράκι σε ιδιωτικές δομές.

Αυτά που μέχρι τώρα αποτελούσαν συνήθεις λειτουργίες μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία, όπως η κατανάλωση και η μισθωτή εργασία, μετατρέπονται σε «προνόμια» για τους «υπεύθυνους» εμβολιασμένους -τα οποία, βέβαια, παραχωρούνται μέσω της ταπεινωτικής διαδικασίας της πιστοποίησης- από τα οποία αποκλείονται οι «Άλλοι», οι «επικίνδυνοι» και «ανεύθυνοι» ανεμβολίαστοι. Μάλιστα οι αποκλεισμοί ενώ σταδιακά διευρύνονται για τους ανεμβολίαστους ταυτόχρονα έχουν και έναν ρευστό χαρακτήρα καθώς στην κατηγορία «ανεμβολίαστοι» θα υποβιβάζονται σταδιακά και οι μέχρι τώρα πλήρως εμβολιασμένοι μετά από ένα εξάμηνο ώστε να επανεμβολιαστούν!

Απέναντι σε αυτό το δυστοπικό τοπίο και ενώ ήδη οι υγειονομικοί βρίσκονται σε αγώνα ενάντια στις αναστολές και στην αναδιάρθρωση-περαιτέρω ιδιωτικοποίηση στον τομέα της υγείας, με εργαλείο το μέτρο της αναστολής, οι μεν ομοσπονδίες τηρούν μια ύποπτη σιωπή και από την άλλη ελάχιστα σωματεία έχουν πάρει ξεκάθαρα θέση υπεράσπισης όσων αρνούνται να εμβολιαστούν χωρίς ταυτόχρονα να υπονομεύουν το δικαίωμά τους στην επιλογή αυτή. Γιατί η επίκληση της αριστεράς στον «μαζικό καθολικό εμβολιασμό», που δήθεν θα γίνει δια της πειθούς και όχι υποχρεωτικά, όπως ήδη κάνει η κυβέρνηση, αντιμετωπίζει τους εργαζόμενους σαν αδαείς ανήλικους προς σωφρονισμό στην καλύτερη περίπτωση ή σαν ψεκασμένους ανορθολογιστές, συνοδοιπόρους της ακροδεξιάς, στη χειρότερη. Στο μεταξύ, το πολιτικό κενό που έχει δημιουργήσει το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς και του ανταγωνιστικού κινήματος εν γένει, το έχει ήδη καταλάβει η ακροδεξιά που σε μεγάλο βαθμό μονοπωλεί την αντίσταση στο πιο πρόσφατο επεισόδιο της κρατικής διαχείρισης της πανδημίας.

Στην πραγματικότητα τηρείται σιγή ιχθύος απέναντι στον εκβιασμό, την οικονομική αφαίμαξη και τις αναστολές και δε δίνεται κανένας πραγματικός αγώνας. Υπάρχει μια παρόμοια -αν όχι μεγαλύτερη- συναίνεση τώρα σε σχέση με την αποδοχή των μαζικών πολύμηνων εγκλεισμών, του lockdown και της τηλεκπαίδευσης που οδήγησαν τότε μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού στην κατάθλιψη καθώς και στη συστηματική παραβίαση των ατομικών, κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων. Στη σημερινή περίοδο ανοίγει πλέον η κερκόπορτα της άρσης της μονιμότητας και των απολύσεων στο όνομα της υγειονομικής ασφάλειας.

Κατόπιν τούτων, βρισκόμαστε τώρα σε ακόμα χειρότερες συνθήκες ενώπιον της εφαρμογής της αξιολόγησης. Η αξιολόγηση αποκρούεται τα τελευταία 30 χρόνια ως μια διαδικασία ποσοτικοποίησης, καταμέτρησης, ιεραρχικής κατανομής και κατηγοριοποίησης των σχολικών μονάδων, ως τεμαχισμός και καταγραφή της εκπαιδευτικής λειτουργίας.

Επιπλέον, αναγνωριζόταν ως μοχλός διαρκούς ανταγωνισμού ανάμεσα σε εκπαιδευτικούς και σε σχολεία, διχασμού των εκπαιδευτικών, κατηγοριοποίησης σχολείων που θα οδηγήσει σε μειώσεις μισθών, διαθεσιμότητες και απολύσεις.

Θεωρείτο όπλο ενοχοποίησης των εκπαιδευτικών, μετακύλισης των ευθυνών στο άτομό τους και εργαλείο πειθάρχησης.

Η νέα διαίρεση που εισάγεται τώρα και που βάζει στο στόχαστρο μια νέα κατηγορία αποδιοπομπαίων τράγων, τους ανεμβολίαστους εκπαιδευτικούς, δε φαίνεται να ενοχλεί τα συνδικάτα, σε γενικές γραμμές. Ενώ επιστρατεύεται και τώρα η ίδια λογική της «ατομικής ευθύνης» και της «αντικοινωνικής συμπεριφοράς» κι ενώ παρόμοιες ποινές επιφυλάσσονται στους απείθαρχους, δεν υπάρχει καμιά ιδιαίτερη αντίδραση. Η σύνδεση των δύο αγώνων είναι πολύ δύσκολη.

 

Στη συνέχεια θα δούμε πώς προχωράει η μάχη ενάντια στην αξιολόγηση και ποια στάση κρατάνε οι εκπαιδευτικοί και οι ομοσπονδίες (Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας για την πρωτοβάθμια και Ομοσπονδία Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης για τη δευτεροβάθμια, ΔΟΕ και ΟΛΜΕ στο εξής).

Ήδη από την άνοιξη του 2021 η κήρυξη απεργίας αποχής από ΔΟΕ-ΟΛΜΕ αγκαλιάζεται από σύσσωμη την εκπαιδευτική κοινότητα. Η μαζικότητα της συμμετοχής εδράζεται σε μια σειρά από λόγους που έχουν σχέση με τη δυσαρέσκεια, την ανησυχία και τον θυμό που ακολούθησε την επιβολή της τηλεκπαίδευσης από το κράτος, σε αγαστή συνεργασία με τους συνδικαλιστές, και την επιστροφή στα σχολεία μετά τις καραντίνες με πειθαρχικά καψόνια βλ. μάσκα. Τον δε Σεπτέμβριο παράλληλα με τις συγχωνεύσεις τμημάτων που ανεβάζουν τον αριθμό των μαθητριών ανά τάξη τη στιγμή που η διεκδίκηση του κλάδου ήταν η μείωση του αριθμού των μαθητριών στις αίθουσες στις 15 και οι μόνιμες προσλήψεις ώστε να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες μετά την αθρόα συνταξιοδότηση το καλοκαίρι του 2021, το ίδιο το περιεχόμενο της αξιολόγησης που επιφορτίζει τους εκπαιδευτικούς με  δυσβάσταχτο φόρτο εργασίας και ευθύνες (το ίδιο το διάγραμμα του εγχειρήματος με «τις 3 λειτουργίες, τους 9 άξονες και τους 32 δείκτες» δρα απωθητικά και εκφοβιστικά στην πλατιά μάζα των εκπαιδευτικών) οδηγεί εκ νέου σε μαζική συμμετοχή στην απεργία αποχή από την αξιολόγηση και στη γενική συνέλευση των προέδρων των ΕΛΜΕ ( Ένωση Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης, πρωτοβάθμια κατά τόπους σωματεία 90 στον αριθμό σε όλη τη χώρα) στις 25/9/2021 λήφθηκε η απόφαση για συνέχιση της απεργίας-αποχής με ποσοστό 92,3%.

Οι ομοσπονδίες και τα τοπικά σωματεία ΕΛΜΕ και ΣΕΠΕ (Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης) προπαγάνδιζαν στις συναδέλφισσες τη απεργία-αποχή από την αξιολόγηση ως μια επιλογή εντελώς ανέξοδη και χωρίς καμιά κύρωση και δεν προετοίμαζαν σε καμία περίπτωση τον κλάδο για κανενός είδους σύγκρουση με το Υπουργείο Παιδείας λες και για το κράτος θα ήταν ανεκτό να συνεχίζει εσαεί να μας πληρώνει για να φέρνουμε αντίσταση σε κεντρικούς σχεδιασμούς του. Έτσι δεν υπήρξε κανενός είδους σχεδιασμός ώστε να υπάρξει μια συνέχιση του αγώνα πιο μαχητική πιθανά, όταν πια αυτή η ανέξοδη αντίσταση θα έφτανε στα όριά της, πράγμα που συνέβη πολύ σύντομα, όταν από τις 30 του Σεπτέμβρη ξεκινάει μια δικαστική αντιμαχία με το υπουργείο παιδείας να πατάει στον ν. Χατζηδάκη και μετά από αγωγή κατά των ΔΟΕ-ΟΛΜΕ-ΠΟΣΕΕΠΕΑ-ΟΙΕΛΕ βγάζει παράνομη την απεργία-αποχή από την εφαρμογή της αξιολόγησης σχολικής μονάδας και εκπαιδευτικού έργου . Ο δικαστικός «αγώνας» λήγει με νίκη του υπουργείου στις 11 του Οκτώβρη όταν στο μονομελές εφετείο Αθηνών συζητήθηκε η έφεση της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ  κατά της πρωτόδικης απόφασης κι αμέσως και η αντέφεση του υπουργείου ώστε η απεργία να κριθεί και κτατχρηστική εκτός από παράνομη.

Στις 11 του Οκτώβρη η εκπαιδευτική κοινότητα έχει την πιο αθρόα συμμετοχή, 100.000 απεργοί, στην πιο μαζική απεργία των τελευταίων χρόνων με ποσοστό συμμετοχής 45 %. Για την ΔΟΕ το ποσοστό συμμετοχής έφτανε το 70%.

Παρά το ηχηρό μήνυμα αντίστασης και άρνησης που έστειλαν οι εκπαιδευτικοί οι εξελίξεις στη συνέχεια είναι απογοητευτικές. Τα πρωτοβάθμια σωματεία τα οποία σκόπευαν να δώσουν τον αγώνα σκορπώντας εγγυήσεις για μη κυρώσεις από τη συμμετοχή στην απεργία-αποχή, σωματεία που είναι προσδεμένα στον λεγκαλισμό και που χρόνια τώρα δεν έχουν διανοηθεί να μπουν σε μια διαδικασία ανυπακοής ακόμα και σε πολύ κρίσιμες στιγμές του κλάδου βρίσκονται αφοπλισμένα. Το αποτέλεσμα είναι για μεν την ΟΛΜΕ να μην έχουμε απόφαση για συνέχιση της απεργίας-αποχής στη Γενική Συνέλευση των προέδρων των ΕΛΜΕ  στις 16/10 παρά το γεγονός ότι πλειοψηφούσαν οι ΕΛΜΕ που ψήφισαν υπέρ της συνέχισης και το ίδιο συνέβη για δεύτερη φορά και στις 27/11. Παρά το πλειοψηφικό τελικό αποτέλεσμα εναντίον της αξιολόγησης το καταστατικό της ομοσπονδίας ορίζει ότι προκειμένου για την επαναπροκήρυξη απεργίας-αποχής είναι ανγκαίο να συγκεντρωθεί το 66,7%, [τα 2/3], των ψήφων. ΔΑΚΕ (παράταξη που πρόσκειται στη Ν. Δημοκρατία) και ΣΥΝΕΚ (παράταξη που πρόσκειται στον ΣΥΡΙΖΑ) προσπάθησαν να μπλοκάρουν κάθε απόφαση με το απίστευτο επιχείρημα ότι η πρόταση για συνέχιση της απεργίας – αποχής είναι διαφορετική από εκείνη της επαναπροκήρυξης, ενώ οι ΣΥΝΕΚ στην ανακοίνωσή τους ισχυρίζονται ότι η σεπαναπροκήρυξη της παεργάις-αποχής ταυτίζεται με «συμμόρφωση στον νόμο Νόμο Χατζηδάκη» (!) και ότι «πρέπει να συνεχιστεί ο αγώνας ενάντια στην αξιολόγηση Κεραμέως με άλλα μέσα».

Τα «άλλα μέσα» στα οποία αναφέρονται οι ΣΥΝΕΚ είναι τα λεγόμενα ΕΝΙΑΙΑ κείμενα ή ΑΝΤΙ-ΚΕΙΜΕΝΑ που προτάθηκαν εν τέλει στην πρωτοβάθμια με την βοήθεια ενός κομματιού των Παρεμβάσεων (παράταξη που πρόσκειται στο ΝΑΡ, μ-λ ΚΚΕ  και συσπειρώνει και άλλους αριστεριστές ή ανένταχτους) που εμπνεύστηκε τα κείμενα. Με αυτά καλούσαν τους συναδέλφους της πρωτοβάθμιας να συμπληρώσουν τους δείχτες αξιολόγησης με έτοιμο κείμενο ίδιο ανεξαιρέτως για όλα τα σχολεία και με την οδηγία να μη χωρίζονται οι συνάδελφοι σε ομάδες αλλά να εντάσσονται όλοι σε όλες. Χαρακτηριστικό του ηττοπαθούς κλίματος που καλλιεργείται είναι ότι τα ενιαία κείμενα πλασαρίστηκαν ως «αγωνιστική λύση» τη στιγμή που οι γενικές συνελεύσεις στην πρωτοβάθμια βρίσκονταν ακόμα σε εξέλιξη. Παρά ταύτα η εικόνα από τα αποτελέσματα των συνελεύσεων δείχνει ότι ο κλάδος ψηφίζει υπέρ της συνέχισης της απεργίας-αποχής. Υιοθετήθηκαν εν τέλει όμως τα κείμενα καθώς η ηγεσία της ΔΟΕ στηριγμένη στο καταστατικό της ομοσπονδίας που δίνει στο ΔΣ σημαντικές εξουσίες ενώ η ψήφος των προέδρων έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα αν δεν μεταφέρουν απόφαση Γ.Σ. με απαρτία ξεκαθάρισε πως ισχύει η τελευταία απόφαση του ΔΣ της ΔΟΕ που εισηγείται τα «ενιαία κείμενα».

Το περιεχόμενο των δειχτών στα κείμενα αυτά ανταποκρίνεται σε μια σοσιαλδημοκρατικού τύπου αξιολόγηση. Στο συνοδευτικό κείμενο που επισυνάπτουν, περιγράφουν το σχέδιο δράσης τους, που περιλαμβάνει «επιστημονικές ημερίδες, συνέδρια, κοινές εκδηλώσεις με όλους τους εκπαιδευτικούς φορείς (εκπαιδευτικές ομοσπονδίες, γονεϊκοί φορείς, Παιδαγωγικά Τμήματα)…» Αυτή η «αντι»-πρόταση για την αυτοαξιολόγηση έχει θετικά σημεία και σημεία βελτίωσης της εκπαιδευτικής πρακτικής, μία διαφορετική επιμόρφωση και συμμετοχή των εκπαιδευτικών σε εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα που να μην είναι γραφειοκρατικά αλλά να αντικατασταθούν από πιο δημιουργικά. Όλο τους το κομμάτι που αναφέρεται στην «αποτίμηση» του εκπαιδευτικού έργου περιέχει την αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής σε όλο το φάσμα των δομών και των σχέσεων που αναπτύσσονται στο σχολείο, τις ελλείψεις, τη σχολική διαρροή κλπ ως απάντηση στην αυτοαξιολόγηση της κυβέρνησης, δηλαδή σα να λένε ότι μπορεί να υπάρξει μία άλλη αυτοαξιολόγηση που θα στριμώξει το Υπουργείο. Δεν εισηγούνται όμως μόνο προτάσεις που γίνονται για να εκθέσουν την κυβέρνηση. Αντανακλούν και εμπεριέχουν ένα πρόγραμμα των υποτιθέμενων «ριζοσπαστικών» εκπαιδευτικών παρατάξεων για τη σημερινή εκπαίδευση και τον ρόλο του εκπαιδευτικού στη σημερινή κοινωνία. Επιχειρούν να κάνουν οικεία την άποψη ότι μπορεί να υπάρξει μία άλλου είδους αξιολόγηση της σχολικής μονάδας, μία «άλλη» εκπαιδευτική διαδικασία, ένα «άλλο» σχολείο τελικά, πιο δημοκρατικό και πιο συμμετοχικό μέσα στα πλαίσια της σημερινής ταξικής κοινωνίας. Το κράτος, βέβαια, δεν ενδιαφέρεται για το περιεχόμενο αλλά για τη συμμετοχή στη διαδικασία και την καλλιέργεια «κουλτούρας αξιολόγησης». Το βασικότερο όλων όμως είναι ότι καλλιεργείται η αντίληψη ότι όλα αυτά είναι θέμα σχεδιασμού κι όχι ζητήματα αγώνα και διεκδικήσεων.

Από την άλλη τα ενιαία κείμενα είναι η ύστατη γραμμή άμυνας στην πρωτοβάθμια και η μοναδική μορφή αντίστασης. Για παράδειγμα στη δευτεροβάθμια που δεν υπάρχει ενιαία στάση από τα πάνω έστω και με την εισήγηση αντι-κειμένων επικρατεί κλίμα της σύγχυσης και ο διαφορετικός βηματισμός που υπάρχει ανάμεσα στις ΕΛΜΕ προώθησε την ηττοπάθεια σε συλλόγους που υπήρχαν αδυναμίες και επέτρεψε στις εργασίες της αξιολόγησης να προχωράνε έστω κακήν-κακώς.

Συνεχίζοντας, λοιπόν, την αποτίμησή τους εκείνο που διαπιστώνουμε είναι ότι τα αντι-κείμενα σαφώς υποσκάπτουν το πνεύμα της αυτό-αξιολόγησης και στρέφονται ενάντια στο πνεύμα του ανταγωνισμού αφ’ ης στιγμής είναι αδιαφοροποίητα. Ότι αποτελούν μορφή υπονόμευσης που θίγει τη στρατηγική του υπουργείου αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι δεν γίνονται δεκτά χωρίς μάχες μέσα στα σχολεία. Πολλοί διευθυντές και πολλές διευθύντριες τα παρακάμπτουν ως μη νόμιμα. Το ίδιο το υπουργείο τα θεωρεί προβληματικά και βλαβερά και έχει επιχειρήσει [άκαρπες] παρεμβάσεις εναντίον τους πχ με δηλώσεις πως θεωρεί παράνομη κάθε ενέργεια που δεν ταυτίζεται με το γράμμα του νόμου και απειλεί με βαριές κυρώσεις όσους υποβάλλουν το ενιαίο κείμενο.

Δεν αποτελούν βέβαια μια ξεκάθαρη, μαχητική στάση αγώνα, αφού αφήνουν πολλά περιθώρια π.χ. για αυθαιρεσίες διευθυντών που αρνούνται να τα αναρτήσουν στην πλατφόρμα ή εμποδίζουν τη σύγκληση συλλόγων για να παρθεί η απόφαση υιοθέτησης των ενιαίων κειμένων ή προσπαθούν με τους γνωστούς τρόπους να διαιρέσουν τους συλλόγους. Για αυτό σήμερα στην πρωτοβάθμια πυκνώνει ο αριθμός αυτών που ζητάνε μαζί με τα ενιαία κείμενα και την κήρυξη απεργίας-αποχής.

Από μεριάς μας σαφώς αναγνωρίζουμε το αδύνατο σημείο των ενιαίων κειμένων και η παρέμβασή μας στην έκβαση του αγώνα είναι προς την κατεύθυνση να υιοθετηθούν πιο ξεκάθαρες και δυναμικές μορφές αγώνα. Θα πρέπει να επαναπροκηρυχθεί η απεργία-αποχή. Οι ομοσπονδίες θα πρέπει να προκηρύξουν εκ νέου τις απεργιακές κινητοποιήσεις και ακόμα κι αν αυτό δεν προχωρήσει θα πρέπει να κηρύσσονται κυλιόμενες στάσεις εργασίας για να καλύπτουν τους συναδέλφους που σε κάθε περίπτωση αρνούνται την αξιολόγηση. Η άρνηση συμμετοχής στην αξιολόγηση είναι η πλέον ενδεδειγμένη στάση που θα έπρεπε να στηριχτεί από τα πρωτοβάθμια σωματεία.

Ο αγώνας αυτός, ο αγώνας ενάντια στην αξιολόγηση κρατάει 30 χρόνια κι έχει αποκτήσει μια δυναμική που μπορούμε να την αξιοποιήσουμε και να στηρίξουμε ως αρνητές της αξιολόγησης και έναν ακόμα αγώνα που δίνεται με πιο μειοψηφικούς όρους, τον αγώνα ενάντια στην υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού με μισθολογική ποινή που υφίσταται αυτή τη στιγμή. Η έμμεση υποχρεωτικότητα γεννάει αρνήσεις και στον κλάδο των εκπαιδευτικών και με τις σειρά τους αυτές οδηγούν στις αναστολές.

 

Στο δεύτερο κομμάτι της εισήγησης από την πρωτοβουλία”Εκπαιδευτικοί ενάντια σε όλους τους διαχωρισμούς και την αξιολόγηση” μίλησε μέλος της πρωτοβουλίας, που βρίσκεται επιπλέον σε αναστολή εργασίας, για τη μάχη ενάντια στα πιστοποιητικά υγειονομικών φρονημάτων…